Μετάφραση του "compresseur" σε Ελληνικά
Οι συμπιεστής, αεροσυμπιεστής, Συμπίεση δυναμικού εύρους είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "compresseur" σε Ελληνικά.
compresseur
noun
masculine
γραμματική
-
συμπιεστής
nounUn compresseur constitué de deux plaquettes de verre (dont l'une est divisée en zones égales).
Ένας γυάλινος συμπιεστής αποτελούμενος από δύο γυάλινες πλάκες (η μία από τις οποίες υποδιαιρείται σε ίσα μέρη).
-
αεροσυμπιεστής
NounLe principal compresseur est sur le toit.
Ο κύριος αεροσυμπιεστής είναι στην ταράτσα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " compresseur " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Compresseur
-
Συμπίεση δυναμικού εύρους
Φράσεις παρόμοιες με "compresseur" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Αεροσυμπιεστής
-
Οδοστρωτήρας · οδοστρωτήρας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη