Μετάφραση του "concave" σε Ελληνικά
Οι κοίλος, κοίλο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "concave" σε Ελληνικά.
concave
adjective
masculine
γραμματική
-
κοίλος
adjective αρσενικόConcave au centre; pupille grise; cornée laiteuse (2)
Κοίλος στο κέντρο· γκρίζα κόρη· θολός κερατοειδής (2)
-
κοίλο
adjectiveTout pli de forme convexe vers le haut, concave vers le bas.
Οποιαδήποτε πτυχή με το κυρτό μέρος προς τα πάνω και το κοίλο μέρος προς τα κάτω.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " concave " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "concave" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Κοίλο πολύγωνο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη