Μετάφραση του "concurrentiel" σε Ελληνικά

Το ανταγωνιστικός είναι η μετάφραση του "concurrentiel" σε Ελληνικά.

concurrentiel adjective masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανταγωνιστικός

    adjective

    L’objectif est de soutenir un secteur industriel européen concurrentiel et durable dans l’économie mondialisée.

    Ο στόχος είναι η ευρωπαϊκή βιομηχανία να αποβεί ένας βιώσιμος και ανταγωνιστικός τομέας στην παγκόσμια οικονομία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " concurrentiel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "concurrentiel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη