Μετάφραση του "conflit" σε Ελληνικά

Οι σύγκρουση, διαμάχη, σύρραξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "conflit" σε Ελληνικά.

conflit noun masculine γραμματική

Conflit ou état d'hostilité entre deux ou plusieurs parties, nations ou états, dans lequel sont utilisés des opérations militaires ou des forces armées.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σύγκρουση

    noun feminine

    constatation d'une opposition entre personnes ou entités

    Des mécanismes efficaces devraient donc être mis en place pour prévenir, détecter et corriger les conflits d’intérêts.

    Συνεπώς, πρέπει να θεσπιστούν αποτελεσματικοί μηχανισμοί για την πρόληψη, τον εντοπισμό και την επίλυση τυχόν συγκρούσεων συμφερόντων.

  • διαμάχη

    noun feminine

    Lutte armée [..]

    Les sœurs Halliwell sont en conflit, même maintenant.

    Οι Μαγευτικές είναι σε διαμάχη ακόμα και τώρα.

  • σύρραξη

    noun feminine

    Si nous coopérons, nous éviterons un conflit armé.

    Αν συνεργαστούμε όλοι, μπορούμε να αποφύγουμε μια ένοπλη σύρραξη.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πόλεμος
    • διένεξη
    • μάχη
    • αγώνας
    • φιλονικία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " conflit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "conflit" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "conflit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη