Μετάφραση του "confort" σε Ελληνικά
Οι άνεση, κομφόρ, ανακούφιση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "confort" σε Ελληνικά.
confort
noun
masculine
γραμματική
Agrément, sensation de bien-être, qui va au-delà de la simple satisfaction des besoins élémentaires. [..]
-
άνεση
noun feminineUne vie éternelle de richesse, de pouvoir et de confort.
Μια αιώνια ζωή στα πλούτη, δύναμη και άνεση.
-
κομφόρ
-
ανακούφιση
noun femininePierre semble lui apporter un peu de confort.
Ο Πιερ φαίνεται να της προσφέρει κάποια ανακούφιση.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ανακουφίζω
- χαλάρωση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " confort " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "confort" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αερισμός άνεσης
-
ακουστική άνεση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη