Μετάφραση του "congru" σε Ελληνικά
Οι άσφαλτος, σωστός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "congru" σε Ελληνικά.
congru
adjective
masculine
γραμματική
Qui a les propriétés suffisantes et requises pour un but, une tâche ou une occasion spécifique.
-
άσφαλτος
adjective noun -
σωστός
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " congru " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη