Μετάφραση του "connaissance" σε Ελληνικά

Οι γνώση, γνώσεις, επίγνωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "connaissance" σε Ελληνικά.

connaissance noun feminine γραμματική

Résultat psychologique de la perception, de l'apprentissage et du raisonnement. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γνώση

    noun feminine

    état de celui qui connaît ou sait quelque chose [..]

    Nous avons pris connaissance de l'intervention du Conseil avec une grande surprise.

    Λάβαμε προς μεγάλη μας απορία γνώση για την παρέμβαση του Συμβουλίου.

  • γνώσεις

    noun feminine

    Nous avons pris connaissance de l'intervention du Conseil avec une grande surprise.

    Λάβαμε προς μεγάλη μας απορία γνώση για την παρέμβαση του Συμβουλίου.

  • επίγνωση

    noun feminine

    Au niveau local, la connaissance fine des tendances permet de mieux gérer les ressources.

    Η επίγνωση των τάσεων που επικρατούν σε τοπικό επίπεδο επιτρέπει την καλύτερη διαχείριση των πόρων.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • γνωριμία
    • γνώσις
    • συνείδηση
    • επαφή
    • ενημερότητα
    • γνωστός
    • ικανότητα
    • συνειδητοποίηση
    • σύνδεσμος
    • απόκτηση γνώσεων
    • προσόν
    • συναίσθηση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " connaissance " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "connaissance" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "connaissance" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη