Μετάφραση του "consistant" σε Ελληνικά
Το χορταστικός είναι η μετάφραση του "consistant" σε Ελληνικά.
consistant
adjective
verb
masculine
γραμματική
consistant (dans ses choix)
-
χορταστικός
adjective masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " consistant " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "consistant" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αποτελούμαι · συνίσταμαι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη