Μετάφραση του "construire" σε Ελληνικά

Οι χτίζω, κατασκευάζω, φτιάχνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "construire" σε Ελληνικά.

construire verb γραμματική

Former en combinant des matériaux ou des parties. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • χτίζω

    verb

    La ville est construite sur un réseau, mais la plupart sont fermés.

    Η πόλη χτίστηκε σ'ένα δίκτυο από αυτές, οι περισσότερες σφραγίστηκαν πριν καιρό.

  • κατασκευάζω

    verb

    Vous avez ici cet immense mur construit en plein milieu de la Cisjordanie.

    Βλέπουμε αυτό το τεράστιο τείχος να κατασκευάζεται ακριβώς στο μέσο της δυτικής όχθης.

  • φτιάχνω

    verb

    J'ai jamais été bon pour construire des trucs.

    Ποτέ δεν ήμουν καλός στο να φτιάχνω πράγματα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κατασκευή
    • οικοδομώ
    • δημιουργώ
    • αναπτύσσω
    • κράση
    • φύση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " construire " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "construire"

Φράσεις παρόμοιες με "construire" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "construire" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη