Μετάφραση του "contrefait" σε Ελληνικά
Οι κίβδηλος, πλαστός, ψεύτικος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "contrefait" σε Ελληνικά.
contrefait
verb
masculine
γραμματική
Pas authentique ; imitant quelque chose de qualité supérieure.
-
κίβδηλος
adjective masculine(7) Les pièces contrefaites trouvées dans l’État de la Cité du Vatican et dans la République de Saint-Marin sont traitées par cette autorité.
(7) Η αρχή αυτή είναι αρμόδια για τα κίβδηλα κέρματα που ανακαλύπτονται στο Κράτος της Πόλης του Βατικανού και στη Δημοκρατία του Αγίου Μαρίνου.
-
πλαστός
adjective masculine -
ψεύτικος
adjective masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " contrefait " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "contrefait" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
παραχαράζω · παραχαράσσω · πλαστογραφώ
-
πλαστό λογισμικό
-
παραχαράζω · παραχαράσσω · πλαστογραφώ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη