Μετάφραση του "cordon" σε Ελληνικά
Οι σχοινί, κορδέλα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cordon" σε Ελληνικά.
cordon
noun
masculine
γραμματική
-
σχοινί
noun neuterLe crochet est utilisé pour couper la ligne et le cordon.
Ο γάντζος είναι για να κόβει το σχοινί.
-
κορδέλα
nounOn a besoin que vous soyez derrière le cordon.
Πρέπει να πάτε πίσω απ'την κορδέλα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " cordon " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "cordon" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
παραλιακό φράγμα
-
Ομφάλιος λώρος · ομφάλιος λωρός · ομφάλιος λώρος
-
Ομφάλιος λώρος · ομφάλιος λωρός · ομφάλιος λώρος
-
Ομφάλιος λώρος · ομφάλιος λωρός · ομφάλιος λώρος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη