Μετάφραση του "corindon" σε Ελληνικά
Οι Κορούνδιο, κορούνδιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "corindon" σε Ελληνικά.
corindon
noun
masculine
γραμματική
-
Κορούνδιο
minéral
Pierre ponce; émeri; corindon naturel, grenat naturel et autres abrasifs naturels, même traités thermiquement
Σμύριδα. Κορούνδιο φυσικό, γρανίτης φυσικός και άλλες φυσικές λειαντικές ύλες, έστω και θερμικά επεξεργασμένες
-
κορούνδιο
Le corindon artificiel est un oxyde d'aluminium cristallin.
Το τεχνητό κορούνδιο είναι κρυσταλλικό οξείδιο του αργιλίου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " corindon " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "corindon"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη