Μετάφραση του "corolle" σε Ελληνικά
Οι στεφάνη, διάδημα, στέμμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "corolle" σε Ελληνικά.
corolle
noun
feminine
γραμματική
Partie d'une fleur complète, composée de pétales, immédiatement enveloppant les organes de la fécondation et est généralement de couleur.
-
στεφάνη
noun θηλυκό4.2 corolle des fleurs femelles : persistance ou non persistance
4.2 στεφάνη των θηλέων ανθέων: εμμονή ή μη εμμονή
-
διάδημα
noun -
στέμμα
noun neuter
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κορυφή δέντρου
- κορώνα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " corolle " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη