Μετάφραση του "corpulent" σε Ελληνικά

Οι παχύσαρκος, μεγαλόσωμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "corpulent" σε Ελληνικά.

corpulent adjective masculine γραμματική

(Pour une personne) Qui a beaucoup de graisse.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παχύσαρκος

    adjective
  • μεγαλόσωμος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " corpulent " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "corpulent" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη