Μετάφραση του "corpulent" σε Ελληνικά
Οι παχύσαρκος, μεγαλόσωμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "corpulent" σε Ελληνικά.
corpulent
adjective
masculine
γραμματική
(Pour une personne) Qui a beaucoup de graisse.
-
παχύσαρκος
adjective -
μεγαλόσωμος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " corpulent " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη