Μετάφραση του "correction" σε Ελληνικά
Οι διόρθωση, αποκατάσταση, επανόρθωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "correction" σε Ελληνικά.
Action de corriger
-
διόρθωση
noun feminineAction de corriger les épreuves
La correction appliquée est au reste proportionnelle selon elle et ne comporte pas d'inégalité de traitement.
Η γενομένη διόρθωση είναι συνεπώς σύμφωνη προς την αρχή της αναλογικότητας και δεν αποτελεί αδικαιολόγητη άνιση μεταχείριση.
-
αποκατάσταση
noun feminineles corrections forfaitaires sont appliquées pour remédier aux faiblesses des systèmes plutôt que pour éliminer les différentes irrégularités.
Κατ’ αποκοπήν διορθώσεις εφαρμόζονται με σκοπό την αποκατάσταση των αδυναμιών των συστημάτων και όχι την εξάλειψη μεμονωμένων παρατυπιών.
-
επανόρθωση
noun feminineL'exécution susceptible d'être exigée comprend la correction, sans frais, d'une exécution non conforme au contrat.
Η εκτέλεση που μπορεί να απαιτηθεί συμπεριλαμβάνει την επανόρθωση, χωρίς οικονομική επιβάρυνση, τυχόν εκτέλεσης η οποία δεν ανταποκρίνεται στους όρους της σύμβασης.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- βελτίωση
- τιμωρία
- τροποποίηση
- θεραπεία
- ποινή
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " correction " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "correction"
Φράσεις παρόμοιες με "correction" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Αυτόματη Διόρθωση · αυτόματη διόρθωση
-
περιοχή διορθώσεων · χώρος διορθώσεων
-
Αυτόματη Διόρθωση Ονομάτων
-
γεωμετρική διόρθωση
-
Διορθώσεις
-
διόρθωση σφαλμάτων
-
ατμοσφαιρική διόρθωση
-
τμήμα παραθύρου επιδιόρθωσης