Μετάφραση του "cosmopolite" σε Ελληνικά

Οι κοσμοπολίτης, κοσμοπολίτισσα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cosmopolite" σε Ελληνικά.

cosmopolite adjective noun masculine γραμματική

Personne sophistiquée qui a voyagé dans beaucoup de pays.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κοσμοπολίτης

    noun masculine

    Érasme était un savant vraiment cosmopolite.

    Ο Έρασμος ήταν ομολογουμένως ένας κοσμοπολίτης λόγιος.

  • κοσμοπολίτισσα

    Je suis surpris que tu n'y sois jamais allé, toi qui est... si cosmopolite.

    Δεν μου προκαλεί έκπληξη που δεν κατάφερες να ταιριάξεις εδώ τέτοια κοσμοπολίτισσα που είσαι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cosmopolite " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cosmopolite" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη