Μετάφραση του "coton" σε Ελληνικά

Οι βαμβάκι, μπαμπάκι, Βαμβάκι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "coton" σε Ελληνικά.

coton noun masculine γραμματική

Fibre obtenue à partir des plantes du genre Gossypium, utilisé pour faire du textile, des cordages et du rembourrage, ainsi que pour produire des fibres artificielles et de la cellulose. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βαμβάκι

    noun neuter

    fibre de coton [..]

    Seul le coton de qualité saine, loyale et marchande peut bénéficier de l'aide spécifique au coton.

    Η ειδική ενίσχυση για το βαμβάκι καταβάλλεται για βαμβάκι καθαρής, ανόθευτης και εμπορεύσιμης ποιότητας.

  • μπαμπάκι

    noun neuter

    Et le médecin a mis du coton, mais ça ne faisait rien.

    Ο γιατρός έβαλε μπαμπάκι, αλλά δεν γινόταν τίποτα.

  • Βαμβάκι

    ίνα φυτικής προέλευσης [..]

    Seul le coton de qualité saine, loyale et marchande peut bénéficier de l'aide spécifique au coton.

    Η ειδική ενίσχυση για το βαμβάκι καταβάλλεται για βαμβάκι καθαρής, ανόθευτης και εμπορεύσιμης ποιότητας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βαμβακερό νήμα
    • βαμβακερό ύφασμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " coton " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "coton"

Φράσεις παρόμοιες με "coton" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "coton" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη