Μετάφραση του "coucher" σε Ελληνικά

Οι ξαπλώνω, συνουσιάζομαι, πηδάω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "coucher" σε Ελληνικά.

coucher noun verb masculine γραμματική

Avoir une relation sexuelle. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ξαπλώνω

    verb

    ξαπλώνω ο ίδιος

    Etre couchée là avec toi quand on aura 80 ans.

    Θέλω να ξαπλώνω δίπλα σου και στα ογδόντα μας.

  • συνουσιάζομαι

    verb

    Coucher quelqu’un

  • πηδάω

    verb

    Tu veux dire que tu couches avec elles?

    Όταν λες " βλέπω " εννοείς πηδάω;

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δύω
    • πλαγιάζω
    • βασιλεύω
    • διανυκτερεύω
    • αποκοιμίζω
    • κάνω έρωτα
    • περνώ τη νύχτα
    • την πέφτω για ύπνο
    • τσάκα τσάκα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " coucher " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "coucher" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "coucher" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη