Μετάφραση του "couillon" σε Ελληνικά
Οι κορόιδο, γονάδα, γεννητικός αδένας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "couillon" σε Ελληνικά.
couillon
adjective
noun
masculine
γραμματική
Personne peu intelligente ou ayant peu de discernement.
-
κορόιδο
noun neuterEt maintenant, imagine un couillon qui imagine plein de choses.
Και τώρα, καλοσωρίστε ένα κορόιδο, που καλωσορίζει ένα σωρό νέα πράγματα.
-
γονάδα
noun feminineγεννητικός αδένας (όρχις ή ωοθήκη)
-
γεννητικός αδένας
noun masculineγεννητικός αδένας (όρχις ή ωοθήκη)
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " couillon " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη