Μετάφραση του "couvert" σε Ελληνικά
Οι στέγη, καλυμμένος, κουβέρ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "couvert" σε Ελληνικά.
couvert
adjective
noun
verb
masculine
γραμματική
La nappe avec les serviettes, les couteaux, les cuillers, etc. ''(Sens général).'' [..]
-
στέγη
noun feminineC’était une case en bois couverte de tôles ondulées, avec deux ouvertures munies de volets et une porte.
Ήταν ένα ξύλινο κτίριο με στέγη από αυλακωτή λαμαρίνα, δύο παράθυρα με παντζούρια και μία πόρτα.
-
καλυμμένος
J'ai vu un homme tenir un fusil de chasse, couvert de sang.
Είδα έναν άνδρα να κρατά μια καραμπίνα, καλυμμένος με αίμα.
-
κουβέρ
Depuis qu'ils ont parlé de moi dans le journal... je fais soixante couverts par jour.
Σύμφωνα με όσα λένε οι εφημερίδες, σερβίρω εξήντα κουβέρ την ημέρα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- καταφύγιο
- νεφοσκεπής
- σκεπασμένος
- πανωφόρι
- επιτραπέζιο σκεύος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " couvert " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "couvert"
Φράσεις παρόμοιες με "couvert" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κάλυψη κινδύνου
-
Ελάχιστο γεννητικό δέντρο
-
κάλυμμα κεφαλής · καπέλλο · χάμουρα κεφαλιού αλόγου
-
ενδύομαι · καλύπτομαι
-
αργυρά σκεύη · ασημικά · μαχαιροπήρουνα
-
σκεπαστή γέφυρα
-
απαγόρευση κυκλοφορίας · απαγόρευση της κυκλοφορίας · διορία
-
μαχαιροπήρουνα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη