Μετάφραση του "crochet" σε Ελληνικά

Οι αγκίστρι, άγκιστρο, γάντζος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "crochet" σε Ελληνικά.

crochet noun masculine γραμματική

Barre tordue en forme courbe, pour attraper, soutenir ou maintenir quelque chose. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγκίστρι

    noun neuter

    Vous gigoterez au bout du crochet, et personne ne vous aidera

    Θα σπαρταράς στο αγκίστρι και κανείς δε θα δίνει δεκάρα για σένα

  • άγκιστρο

    noun neuter

    Inclus: organe de traction, crochet de traction et suspension de l'organe de traction.

    Συμπεριλαμβάνονται: όργανα έλξης, άγκιστρο έλξης και ανάρτηση οργάνου έλξης.

  • γάντζος

    noun masculine

    un dispositif courbe ou angulaire pour suspendre ou accrocher des objets

    Le crochet où on me suspend quand je suis punie.

    Και εδώ είναι ο γάντζος που κρεμιέμαι όταν κάνω ζημιές.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αγκύλη
    • Πλέξιμο με βελονάκι
    • πλέξιμο με βελονάκι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " crochet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "crochet"

Φράσεις παρόμοιες με "crochet" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "crochet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη