Μετάφραση του "croupi" σε Ελληνικά
Οι μπαγιάτικος, σάπιος, σαπισμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "croupi" σε Ελληνικά.
croupi
verb
masculine
γραμματική
-
μπαγιάτικος
adjective -
σάπιος
adjective -
σαπισμένος
-
στάσιμος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " croupi " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη