Μετάφραση του "cruel" σε Ελληνικά
Οι σκληρός, αιμοβόρος, άγριος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cruel" σε Ελληνικά.
cruel
adjective
masculine
γραμματική
Qui prend plaisir à faire souffrir ou à voir souffrir.
-
σκληρός
adjectiveVicieuse, cruelle, obsédée par une haine dont la cause reste inconnue.
Μοχθηρή, σκληρή, διακατέχεται από ένα μίσος που είναι άγνωστο από πού πηγάζ ει.
-
αιμοβόρος
adjective -
άγριος
adjective masculineUn sentiment amical dans ce pays, cruelle moquerie au Soudan.
Ένα φιλικό συναίσθημα στην χώρα μας, άγριος χλευασμός στο Σουδάν.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- στυγνός
- αμείλικτος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " cruel " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "cruel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
βάναυση και εξευτελιστική μεταχείριση
-
αντίο σκληρέ κόσμε
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη