Μετάφραση του "cuisine" σε Ελληνικά
Οι κουζίνα, μαγειρείο, μαγειρική είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cuisine" σε Ελληνικά.
cuisine
noun
verb
feminine
γραμματική
''Endroit où l’on fait cuire les aliments'' (1) [..]
-
κουζίνα
noun femininepièce équipée pour la préparation des aliments cuisinés [..]
Si vous ne supportez pas la chaleur, sortez de la cuisine.
Αν δεν μπορείτε ν' αντέξετε τη ζέστη, βγείτε απ' την κουζίνα.
-
μαγειρείο
noun neuterVa me chercher un café dans la cuisine.
Τώρα, πετάξου κάτω στο μαγειρείο, και φέρε μου λίγο καφέ.
-
μαγειρική
noun feminineArt d’apprêter les mets, les aliments|6
Tom n'est pas doué en cuisine.
Ο Τομ δεν είναι καλός στη μαγειρική.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- γαστρονομία
- μαγείρεμα
- κουζινα
- παρασκευή
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " cuisine " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "cuisine"
Φράσεις παρόμοιες με "cuisine" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σεφ
-
μαγειρεμένος
-
φούρνος
-
εθνική κουζίνα
-
συνταγή · φόρμουλα
-
αλάτι
-
Εκπαιδευόμενος μάγειρας
-
Κατσαρόλα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη