Μετάφραση του "cuisinier" σε Ελληνικά

Οι μάγειρας, μάγειρος, μαγείρισσα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cuisinier" σε Ελληνικά.

cuisinier noun masculine γραμματική

Celui qui prépare la nourriture [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μάγειρας

    noun masculine

    profession [..]

    Tom est un bon cuisinier.

    Ο Τομ είναι καλός μάγειρας.

  • μάγειρος

    noun masculine

    Personne dont la profession est de préparer de la nourriture pour les clients.

    Peu importe qu'un cuisinier fasse de la cuisine française, italienne, turque, libanaise ou chinoise.

    Το αν ένας μάγειρος μαγειρεύει γαλλικά, ιταλικά, τουρκικά, λιβανέζικα ή κινέζικα φαγητά είναι εντελώς αδιάφορο.

  • μαγείρισσα

    noun feminine

    Mme Sirdar était employée comme cuisinière dans l'armée britannique mais a été licenciée en 1994.

    Sirdar απασχολείτο ως μαγείρισσα στο βρετανικό στρατό, απολύθηκε όμως ως υπεράριθμη το 1994.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βράζω
    • βιβλίο μαγειρικής
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cuisinier " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "cuisinier"

Φράσεις παρόμοιες με "cuisinier" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • βιβλίο μαγειρικής · κουζίνα · μάγειρας · μαγείρισσα · στόφα · φούρνος
  • όπου λαλούν πολλοί κοκόροι, αργεί να ξημερώσει
  • αρχιμάγειρας · αρχιμάγειρος · μάγειρας · σεφ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cuisinier" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη