Μετάφραση του "cul" σε Ελληνικά
Οι κώλος, πισινός, οπίσθια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cul" σε Ελληνικά.
cul
noun
masculine
γραμματική
Partie charnue du corps humain sur laquelle on s'asseoit.
-
κώλος
noun masculineLe derrière, les fesses d’un humain
Tellement cul-serré, s'il pète, seuls les chiens entendent.
Ο κώλος του είναι τόσο σφιχτός... που όταν κλάνει μόνο τα σκυλιά τον ακούνε.
-
πισινός
noun masculineTout ce qui vous intéresse, c'est les culs fermes et les ventres plats.
Σας ενδιαφέρει ο σφιχτός πισινός και οι επίπεδες κοιλιές.
-
οπίσθια
noun neuterJ'ai aussi fondé la revue Gros Culs.
Επίσης δημιούργησα το περιόδικό Μεγάλα οπίσθια.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- πρωκτός
- σεξ
- συνουσία
- γάιδαρος
- έρωτας
- γλουτοί
- αδιέξοδο
- κωλομέρια
- γλουτός
- τύχη
- έδρα
- πορνογραφία
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " cul " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "cul" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άσπρο πάτο
-
είμαι τυχερός
-
Πρασινονεραλλίδα
-
αρχίδι · γαμημένη · γαμημένο · γαμημένος · καθίκι · κωλοτρυπίδα · μαλάκας · παπάρας · παπάρης · πρωκτός
-
πρωκτός
-
πύρρουλας
-
κωλόχαρτο · χαρτί τουαλέτας · χαρτί υγείας
-
κωλόχαρτο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη