Μετάφραση του "cultivable" σε Ελληνικά

Οι καλλιεργήσιμος, οργώσιμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cultivable" σε Ελληνικά.

cultivable adjective masculine γραμματική

Adéquat pour être cultivé, par exemple par labourage.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καλλιεργήσιμος

  • οργώσιμος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cultivable " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cultivable" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη