Μετάφραση του "cynique" σε Ελληνικά

Οι κυνικός, κύνικος, ωμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cynique" σε Ελληνικά.

cynique adjective noun masculine γραμματική

Affecté par ou affichant une ironie ou moquerie méprisante ou dédaigneuse.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κυνικός

    noun adjective masculine

    ουσιαστικό [..]

    J'espère bien ne pas être aussi cynique quand j'aurai ton âge.

    Ελπίζω να μη γίνω τόσο κυνική όταν φτάσω στην ηλικία σου.

  • κύνικος

    adjective
  • ωμός

    adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cynique " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "cynique" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cynique" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη