Μετάφραση του "cypriote" σε Ελληνικά

Οι κυπριακός, Κύπριος, Κύπρια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cypriote" σε Ελληνικά.

cypriote adjective noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κυπριακός

    adjective masculine

    Objet: Représentation cypriote au Parlement européen

    Θέμα: Η κυπριακή εκπροσώπηση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cypriote " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Cypriote noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κύπριος

    noun masculine
  • Κύπρια

    noun feminine
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cypriote" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη