Μετάφραση του "danoise" σε Ελληνικά

Οι δανική or δανέζικη, δανικό or δανέζικο, δανικός or δανέζικος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "danoise" σε Ελληνικά.

danoise adjective noun feminine γραμματική

Pâtisserie douce, spécialité du Danemark.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δανική or δανέζικη

  • δανικό or δανέζικο

  • δανικός or δανέζικος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " danoise " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Danoise noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Δανή

    noun feminine

    Hein? Tu parles bien anglais pour un Danois.

    Μιλάς καλά αγγλικά, για Δανή.

  • Δανέζα

    noun feminine

    La première disparue était une Danoise.

    Το πρώτο κορίτσι που εξαφανίστηκε, ήταν μια Δανέζα τουρίστρια.

  • Δανή or Δανέζα

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Δανός or Δανέζος
    • Δανός

Φράσεις παρόμοιες με "danoise" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Δανική Βικιπαίδεια
  • Δανή · Δανή or Δανέζα · Δανός · Δανός or Δανέζος
  • Δανέζικα · Δανικά · δανέζικα · δανέζικος · δανικά · δανική or δανέζικη · δανική γλώσσα · δανικό or δανέζικο · δανικός · δανικός or δανέζικος · δανός
  • Δανή · Δανή or Δανέζα · Δανός · Δανός or Δανέζος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "danoise" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη