Μετάφραση του "dense" σε Ελληνικά
Το πυκνός είναι η μετάφραση του "dense" σε Ελληνικά.
dense
adjective
masculine
γραμματική
Constitué de nombreux éléments très proches les uns des autres.
-
πυκνός
adjective masculineL'écran de fumée de son charme peut être très dense.
Αυτή η οθόνη καπνού της γοητείας μπορεί να είναι πολύ πυκνή.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " dense " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη