Μετάφραση του "dernier" σε Ελληνικά

Οι τελευταίος, περασμένος, πρότερος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dernier" σε Ελληνικά.

dernier adjective noun masculine γραμματική

Celui qui arrive après tous les autres [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τελευταίος

    adjective masculine

    στο τέλος μιας σειράς ή μιας ακολουθίας

    Le premier prend, le dernier part en grognant.

    Ο τελευταίος την πληρώνει πάντα.

  • περασμένος

    adjective masculine

    Le mois de mai dernier a été le plus chaud jamais enregistré mondialement.

    Ο περασμένος Μάιος ήταν ο θερμότερος που έχει καταγραφεί ποτέ παγκοσμίως.

  • πρότερος

    masculine

    Et le week-end dernier, Ben a fait ses premiers pas sans moi.

    Την προηγούμενη βδομάδα, ο Μπεν έκανε τα πρώτα του βήματα χωρίς εμένα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • παρελθών
    • πρώην
    • τέως
    • πρωτύτερος
    • πρόσφατος
    • τελικός
    • τέλος
    • τελευταία
    • έσχατος
    • ύστατος
    • βασικός
    • θεμελιώδης
    • αντέχω
    • στερνός
    • μοντέρνος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dernier " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "dernier" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dernier" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη