Μετάφραση του "devoir" σε Ελληνικά

Οι πρέπει, οφείλω, καθήκον είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "devoir" σε Ελληνικά.

devoir verb noun masculine γραμματική

Être obligé à quelque chose (sens général) [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πρέπει

    verb

    Comme j'ai été pressé, j'ai dû prendre un taxi.

    Καθώς βιαζόμουν, έπρεπε να πάρω ένα ταξί.

  • οφείλω

    verb

    Être obligé à quelque chose (sens général) [..]

    Ce que je sais de la morale, c'est au football que je le dois.

    Όλα όσα ξέρω για την ηθική τα οφείλω στο ποδόσφαιρο.

  • καθήκον

    noun neuter

    Dans l'accomplissement de leur devoir, ils ne sollicitent ni n'acceptent d'instructions d'aucun gouvernement ni d'aucun organisme.

    Κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων τους δεν ζητούν ούτε δέχονταιποδείξεις από καμία κυβέρνηση άλλων οργανισμών.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • χρωστώ
    • χρέος
    • όφειλε
    • χρωστάω
    • υποχρέωση
    • έχω
    • δίνω
    • περιοχή
    • Ασκηση σπιτιών
    • θα έπρεπε
    • Καθήκον
    • άσκηση
    • αποδέχομαι
    • υπευθυνότητα
    • δασμός
    • στράτευση
    • νοσώ
    • παθαίνω
    • πρέπει να
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " devoir " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "devoir"

Φράσεις παρόμοιες με "devoir" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "devoir" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη