Μετάφραση του "dharma" σε Ελληνικά

Οι Ντάρμα, ντάρμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dharma" σε Ελληνικά.

dharma noun masculine

dharma (bouddhisme)

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ντάρμα

    Et je suis le dernier membre vivant du projet Dharma.

    Και είμαι το τελευταίο, εν ζωή, μέλος της Ντάρμα.

  • ντάρμα

    Au précieux dharma, protection inégalable.

    Στο πολύτιμο ντάρμα, την αξεπέραστη προστασία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dharma " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dharma" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη