Μετάφραση του "diagonalement" σε Ελληνικά
Το διαγώνια είναι η μετάφραση του "diagonalement" σε Ελληνικά.
diagonalement
adverb
-
διαγώνια
coupées diagonalement en bandes étroites et réassemblées dans leur ordre primitif,
να έχουν κοπεί διαγωνίως σε πιο στενές ταινίες και να έχουν επανασυναρμολογηθεί κατά την αρχική τους σειρά,
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " diagonalement " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη