Μετάφραση του "dilemme" σε Ελληνικά

Το δίλημμα είναι η μετάφραση του "dilemme" σε Ελληνικά.

dilemme noun masculine γραμματική

situation difficile, bloquée

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δίλημμα

    noun neuter

    C'est ce genre de dilemme qui déconcerte les philosophes depuis des années.

    Μοιάζει με το δίλημμα της νομοτέλειας, με το οποίο έχουν κολλήσει οι φιλόσοφοι εδώ και χρόνια..

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dilemme " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "dilemme" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dilemme" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη