Μετάφραση του "dimanche" σε Ελληνικά

Οι Κυριακή, κυριακή, Κυριακή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dimanche" σε Ελληνικά.

dimanche noun masculine γραμματική

Le septième jour de la semaine en Europe et dans les pays utilisant la norme ISO 8601; le premier jour de la semaine aux États-Unis d'Amérique, le jour de repos pour la plupart des chrétiens.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κυριακή

    noun proper feminine

    ημέρα της εβδομάδας [..]

    La banque est fermée le dimanche.

    Η τράπεζα είναι κλειστή την Κυριακή.

  • κυριακή

    La banque est fermée le dimanche.

    Η τράπεζα είναι κλειστή την Κυριακή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dimanche " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Dimanche
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κυριακή

    proper feminine

    La banque est fermée le dimanche.

    Η τράπεζα είναι κλειστή την Κυριακή.

Φράσεις παρόμοιες με "dimanche" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dimanche" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη