Μετάφραση του "direct" σε Ελληνικά
Οι άμεσος, ευθύς, απευθείας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "direct" σε Ελληνικά.
direct
adjective
noun
adverb
masculine
γραμματική
direct (par ex. train)
-
άμεσος
adjective masculineDans la présente affaire, c'est la fixation directe de prix qui est l'objet de l'accord.
Στην παρούσα υπόθεση, ο άμεσος καθορισμός τιμών είναι το αντικείμενο της συμφωνίας.
-
ευθύς
adjective masculineVous êtes un homme direct, alors je serai direct.
Eίστε ευθύς άvθρωπoς, επoμέvως θα είμαι κι εγώ ευθύς.
-
απευθείας
adverbUn producteur peut disposer d'un ou de deux quotas individuels, respectivement pour la livraison et la vente directe.
Ένας παραγωγός μπορεί να διαθέτει μία ή δύο ατομικές ποσοστώσεις, μία για παραδόσεις και μία για απευθείας πωλήσεις.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ντιρέκτ
- έντιμος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " direct " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "direct" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άμεση πώληση
-
χρώμα σημείου
-
ζωντανά · ζωντανός · λάιβ
-
άμεση δημοκρατία
-
απεργία · κινητοποίηση0
-
Τουρνουά νοκ-άουτ
-
απευθείας συγχρονισμός
-
Άμεση ξένη επένδυση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη