Μετάφραση του "diriger" σε Ελληνικά

Οι κατευθύνω, διεξάγω, διευθύνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "diriger" σε Ελληνικά.

diriger verb γραμματική

diriger (cérémonie, compagnie) [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατευθύνω

    verb

    Ils semblent en effet se diriger vers la frontière.

    Ναι, μοιάζουν να κατευθύνονται προς αυτή την πορεία.

  • διεξάγω

    verb

    D'après Reddington, 3 récents incidents prouvent que le gouvernement dirige toujours des expériences de contrôle des esprits.

    Κατά τον Ρέντιγκτον, τρία πρόσφατα συμβάντα αποδεικνύουν ότι η κυβέρνηση εξακολουθεί να διεξάγει πειράματα ελέγχου του νου.

  • διευθύνω

    verb

    De nombreuses possibilités de service et de nombreuses activités sont planifiées et dirigées par des femmes.

    Πολλές ευκαιρίες υπηρετήσεως και δραστηριότητες σχεδιάζονται και διευθύνονται από γυναίκες.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πηγαίνω
    • καθοδηγώ
    • χειρίζομαι
    • επιβλέπω
    • κατέχω
    • είμαι επικεφαλής
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " diriger " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "diriger" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • διευθυνόμενη οικονομία
  • κατευθύνομαι
  • Ηγέτης πολιτικού κόμματος
  • αρχηγός · ηγέτης · ηγεμόνας · κανόνας · κυβερνήτης · χάρακας
  • αρχηγός · ηγέτης · ηγεμόνας · κανόνας · κυβερνήτης · χάρακας
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "diriger" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη