Μετάφραση του "discriminant" σε Ελληνικά
Οι διακρίνουσα, διακριτικό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "discriminant" σε Ελληνικά.
discriminant
noun
masculine
γραμματική
Maths
-
διακρίνουσα
noun feminineMaths
Nous pouvons discriminer les sons de notre propres langue,
Μπορούμε να διακρίνουμε τους ήχους στη δική μας γλώσσα,
-
διακριτικό
adjectiveConcernant le caractère potentiellement discriminant du choix de technologie, les autorités relèvent d'abord son caractère répandu en Europe et son accessibilité.
Όσον αφορά τον εν δυνάμει διακριτικό χαρακτήρα της επιλογής τεχνολογίας, οι γαλλικές αρχές δηλώνουν ότι η τεχνολογία αυτή είναι διαδεδομένη στην Ευρώπη και προσβάλαμε.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " discriminant " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "discriminant" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διακρίνω
-
διακρίνω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη