Μετάφραση του "discutable" σε Ελληνικά

Το συζητήσιμος είναι η μετάφραση του "discutable" σε Ελληνικά.

discutable adjective masculine γραμματική

Sujet, ou ouvert, à un argument ou une discussion.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συζητήσιμος

    adjective

    L'argument de l'Espagne selon lequel ces aides étaient justifiées par le fait que les résultats étaient plus mauvais que prévu est discutable.

    Ο ισχυρισμός των ισπανικών αρχών ότι η ενίσχυση δικαιολογείται εκ του γεγονότος ότι τα αποτελέσματα ήταν χειρότερα από τα αναμενόμενα, είναι επίσης συζητήσιμος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " discutable " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "discutable" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη