Μετάφραση του "distance" σε Ελληνικά

Οι απόσταση, απομακρύνω, έκταση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "distance" σε Ελληνικά.

distance noun verb feminine γραμματική

refroidissement (relations) [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απόσταση

    noun feminine

    ligne droite qui relie deux points

    Cet indicateur sera activé après qu’une certaine distance a été parcourue ou en cas de défaillance d’un composant.

    Ο δείκτης θα ενεργοποιείται όταν διανυθεί η κατάλληλη απόσταση ή όταν το κατασκευαστικό στοιχείο παρουσιάσει βλάβη.

  • απομακρύνω

    verb

    Prenons nos distances avec lui et vos sentiments vous passeront.

    Θα απομακρυνθούμε λίγο μεταξύ μας κι αυτά που νιώθεις θα περάσουν.

  • έκταση

    noun feminine

    Ces chauves-souris effectuant parfois de longues distances durant la nuit, les graines sont disséminées sur d’importantes surfaces.

    Λόγω του ότι οι νυχτερίδες ενίοτε καλύπτουν μεγάλες αποστάσεις στη διάρκεια της νύχτας, διασκορπίζουν σπόρους σε μεγάλη έκταση.

  • apóstasi, ''räumlich''

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " distance " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "distance" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "distance" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη