Μετάφραση του "distincte" σε Ελληνικά
Οι διάκριτος, ξεχωριστός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "distincte" σε Ελληνικά.
distincte
adjective
γραμματική
-
διάκριτος
adjective -
ξεχωριστός
adjectiveUn règlement distinct est utilisé pour les rames constituées de véhicules munis de systèmes pendulaires.
Για την περίπτωση συνθέσεων που αποτελούνται από οχήματα με συστήματα αιρούμενου κιβωτίου χρησιμοποιείται ξεχωριστός κανονισμός.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " distincte " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "distincte" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άλλος · έτερος · διάκριτος · διαφορετικός · ξεχωριστός · χωριστός
-
περιορισμός διακριτής τιμής
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη