Μετάφραση του "diverger" σε Ελληνικά

Οι διαφωνώ, διίσταμαι, χωρίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "diverger" σε Ελληνικά.

diverger verb γραμματική

Avoir des différences d'opinion, de caractère, de forme, etc. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαφωνώ

    verb

    Les témoignages divergent sur la couleur de la voiture aperçue là où était le corps.

    Σύμφωνα με αυτό, αυτόπτες μάρτυρες διαφώνησαν στο χρώμα του αυτοκινήτου που εθεάθη κοντά στην δεξαμενή όπου βρέθηκε το σώμα του Γουέμπστερ.

  • διίσταμαι

    verb

    De nouveau, les opinions divergent entre les parties qui se sont prononcées sur ces questions.

    Και εδώ διίστανται οι απόψεις των μερών που έλαβαν θέση επί των ερωτημάτων αυτών.

  • χωρίζω

    verb

    Dites que nous étions proches dans les années 90, mais... nos chemins ont divergé ces dernières années.

    Πες τους ότι ήμαστε φίλοι τη δεκαετία του'90 αλλά τα τελευταία χρόνια οι δρόμοι μας έχουν χωρίσει.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αποκλίνω
    • έρχομαι σε σύγκρουση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " diverger " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "diverger" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "diverger" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη