Μετάφραση του "divin" σε Ελληνικά

Οι θεϊκός, θεϊκή, θεϊκό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "divin" σε Ελληνικά.

divin adjective masculine γραμματική

Merveilleux, charmant ou étonnant - en relation avec une expérience sensuelle (comparable à l'expérience du paradis).

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • θεϊκός

    adjective masculine
  • θεϊκή

    Pour beaucoup, les catastrophes naturelles sont des châtiments divins.

    Πολλοί θεωρούν τις φυσικές καταστροφές θεϊκή τιμωρία.

  • θεϊκό

    Une dizaine de vaisseaux ont vu des choses plutôt divines par ici.

    Τουλάχιστον δώδεκα πλοία έχουν αναφέρει ότι είδαν κάτι μάλλον Θεϊκό στην περιοχή.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • θείος
    • άγιος
    • θεσπέσιος
    • ουράνιος
    • θαυμάσιος
    • ιερός
    • κληρικός
    • ο ουρανός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " divin " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "divin"

Φράσεις παρόμοιες με "divin" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Θεία Κωμωδία
  • θεός
  • ελέω θεού βασιλεία
  • θαυμάσιος · θείος · θεσπέσιος · θεϊκή · θεϊκό · θεϊκός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "divin" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη