Μετάφραση του "divisible" σε Ελληνικά
Οι διαιρετός, διαιρέσιμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "divisible" σε Ελληνικά.
divisible
adjective
masculine
γραμματική
-
διαιρετός
adjectiveLes propriétaires sont conjointement et solidairement responsables de la totalité du dommage qui n'est pas raisonnablement divisible.
Οι πλοιοκτήτες ευθύνονται εις ολόκληρον για το σύνολο μιας τέτοιας ζημίας που δεν είναι εύλογα διαιρετή.
-
διαιρέσιμος
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " divisible " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη