Μετάφραση του "document" σε Ελληνικά

Οι έγγραφο, ντοκουμέντο, πιστοποιητικό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "document" σε Ελληνικά.

document noun masculine γραμματική

minutes (d’un procès) [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • έγγραφο

    noun neuter

    porteur d'information qui contient l'écriture

    Les codes de transmission pour ces deux catégories sont fixés par Eurostat dans un document d’application.

    Οι κωδικοί διαβίβασης για τις δύο κατηγορίες καθορίζονται από την Eurostat σε σχετικό έγγραφο εφαρμογής.

  • ντοκουμέντο

    noun

    C'est le seul document que nous avions de Roderick.

    Αυτό ειναι το μόνο ντοκουμέντο που έχουμε απ'τον Ρόντρικ.

  • πιστοποιητικό

    noun neuter

    Conservation des preuves de l'origine, des déclarations du fournisseur et des documents probants

    Φύλαξη του πιστοποιητικού καταγωγής, των δηλώσεων προμηθευτή και των δικαιολογητικών

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τεκμήριο
    • γυμνό
    • συμβόλαιο
    • υπερκείμενο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " document " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "document"

Φράσεις παρόμοιες με "document" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "document" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη