Μετάφραση του "dol" σε Ελληνικά

Το δόλος είναι η μετάφραση του "dol" σε Ελληνικά.

dol noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δόλος

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dol " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dol" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη