Μετάφραση του "dormi" σε Ελληνικά

Το κοιμάμαι είναι η μετάφραση του "dormi" σε Ελληνικά.

dormi verb masculine γραμματική

Se reposer dans un état de conscience décru et de métabolisme réduit.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κοιμάμαι

    verb

    Ξεκουράζομαι περιοδικά σε μια κατάσταση χαμηλής συνείδησης και ελαττωμένου μεταβολισμού.

    Je dors dans ma chambre.

    Κοιμάμαι στο δωμάτιό μου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dormi " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "dormi" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dormi" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη