Μετάφραση του "dosage" σε Ελληνικά

Οι δοσολογία, δόση, δοσομέτρηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dosage" σε Ελληνικά.

dosage noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δοσολογία

    Cette majoration couvre un dosage ou une forme pharmaceutique supplémentaire et une présentation.

    Η προσαύξηση αυτή καλύπτει μια συμπληρωματική δοσολογία ή φαρμακοτεχνική μορφή και μία παρουσίαση.

  • δόση

    noun feminine

    J'ai résolu son problème de dosage, et vendu ce qui restait.

    Μείωσα τη δόση της και πούλησα αυτά που περίσσευαν.

  • δοσομέτρηση

    Un dosage particulier sera réalisé pour chacun de ces constituants par un laboratoire agréé.

    Θα πραγματοποιηθεί ειδική δοσομέτρηση για κάθε ένα από τα συστατικά αυτά από εγκεκριμένο εργαστήριο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dosage " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dosage" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη